11 Σεπ 2017

το μπουρδέλο της καρδιάς μου

Οταν ειργαζόμην εις το μπουρδέλον της πλατείας Κολιάτσου, είχα την ευκαιρίαν να γνωρίσω πολλούς καλούς κυρίους, οι οποίοι συνέδραμαν μετ' ευχαριστήσεως και εφούσκωναν τον τραπεζικόν λογαριασμόν μου, καθώς και συμπαρίσταντο εις τας ψυχικάς μου καταπτώσεις. Ενας εξ αυτών, ενθυμούμαι καλώς, ελέγετο "κύριος Κοσμάς" και ήτο μεγαλοχασάπης εις την κεντρικήν αγοράν. Εις τον οίκον ενοχής (ιδικής μου) ήρχετο εποχούμενος επί τετρακυλίνδρου οχήματος πετρελαιοκινήτου, εκάστην Παρασκευήν. Δεν ήρχετο τα Σάββατα επειδή την επομένην ήτο επίτροπος εις τον Ιερόν Ναόν του Οσίου Λουκά και επεθύμη να είναι αμόλυντος η προηγουμένη νύκτα αυτού, ήντινα διήρχετο μετά της συζύγου του εις έν καταγώγιον στις Τζιτζιφιές, πλάι εις τον Ιππόδρομον, τουτέστιν εθεωρούσε τας λαρυγγώδεις αοιδούς υψηλοτέρας ηθικής υποστάσεως από εμέ. Τι να είπω δε δια την σύζυγον ήτις τον εκεράτωνε -ωσάν να ήτο τάρανδος ανοιξιάτικος επερίσσευαν τα κέρατα.

Το μπουρδέλον ανήκεν εις την μαντάμ Φώφην, μίαν υπέρκομψον κυρίαν πεντήκοντα ετών, ήτις έπαιρνε τα καλύτερα τεκνά και άφηνε την σαβούραν δι ημάς τας νεωτέρας. Ολο κάτι καράφλες και κοιλαράδες έπεφταν στο μερτικό των νεαρών αιθερίων υπάρξεων, τουτέστιν εις εμέ και την Εστρέλλαν. Η Εστρέλλα ήτο ένα έτος μεγαλυτέρα από εμέ, πέντε πόντους χαμηλωτέρα και δύο οκάδας βαρυτέρα. Αντιλαμβάνεται λοιπόν ο πάσα ενας ότι ήμουν η πλέον ριγμένη εντός του οίκου της μαντάμ Φώφης. Το καλόν ήτο όμως ότι οι δευτεροκλασσάτοι εις την εμφάνισιν ήσαν πρωτοκλασσάτοι εις την οικονομικήν κατάστασιν, ούτωπως ισοφαρίζετο η απώλεια ευχαριστήσεως ημών των νεωτέρων, άλλωστε -ως είναι γνωστόν- η πουτάνα δεν χρήζει απολαύσεων. Αρκείται εις την αγοραπωλησίαν του σαρκίου αυτής και, όσον καλυτέρα η τιμή τόσον μεγαλυτέραν ικανοποίησιν λαμβάνει. Βεβαίως, η μαντάμ Φώφη ελάμβανε την μερίδα του λέοντος εκ των ειπράξεών μας, ούτω της ερχόταν μία η άλλη. Η απώλεια ρευστού απο τα θυλάκια της πτωχής νεολαίας ισοφαρίζετο από τα γεμάτα πορτοφόλια των σοβαρών κυρίων, αλλά η απώλεια η ιδική μας, δεν ισοφαρίζετο με τίποτε.

Η Εστρέλλα είχεν καταγωγήν αρμενικήν, δια τούτο διέθετε μύτην τεραστίων διαστάσεων, εν αντιθέσει με την μαντάμ Φώφην ήτις ήτο γαλλίς υπήκοος, δια τούτο είχεν το ελεύθερον να διατηρεί μπουρδέλον πολυτελείας. Διέθετε βεβαίως και καταλλήλους γνωριμίας μετ' οργάνων της τάξεως. Καλοστημένη επιχείρησις λέμε. Η μαντάμ Φώφη είχεν μικρών διαστάσεων ρίνα, αλλά δεν της έλειπεν η όσφρησις. Εμυριζότανε από δέκα μέτρα τον καλόν πελάτην. Η Εστρέλλα ήτο αμνός του Θεού και η μούρη μου απλώς μάθαινα το επάγγελμα τις ώρες που έκανα σκασιαρχείο από το 8ο Γυμνάσιο.

Εμείς αι τρεις ειμεθα αι πλέον τακτικαί εις τον οίκον, ομού μετά της κυρά Σοφίας της καθαριστρίας. Λεγόταν ότι η κυρά Σοφία ήτο η παλαιά ιδιοκτήτρια και είχε πωλήσει την επιχείρησιν εις την μαντάμ Φώφην όταν ησθένησε ο πατήρ της και εχρειάζετο επιπλέον χρήματα δια να τα φέρει βόλτα. Ο πατήρ απεθανεν αλλά το μπουρδέλον είχεν αλλάξει χέρια, η κυρά Σοφία έμεινε απένταρη και η μαντάμ την περιμάζεψε δια να καθαρίζει. Η κυρά Σοφία ήτο επιφορτισμένη να συλλέγει κορασίδες με απαιτήσεις πλέον του χαρτζηλικίου το οποίον ελάμβανον εκ του πατρός των ή που ήσαν απένταρες και εκόπτοντο να εργασθούν οπουδήποτε, φθάνει να διέθετον στοιχειώδη ευμορφίαν και χάριν. Η Εστρέλλα δεν διέθετε τίποτε από τα δύο, πλην όμως ήτο εξαιρετικά πρόθυμη να ικανοποιεί βίτσια, πράγμα ιδιαιτέρως επιθυμητόν εις τοιάυτας επιχειρήσεις. Εμένα με ονόμαζον "στριμμένην" διότι δεν ανεχόμουν βίτσια. Μοι ήτο αρκετόν να ανέχομαι τους καράφλες και τους κοιλαράδες και τους καράβλαχους.

Εν τω μπουρδέλι ειργάζοντο και άλλαι νεάνιδες έκτακται, τας οποίας ειδοποιούσεν η κυρά Σοφία όταν έπεφτε δουλειά με τη σέσουλα, ήτοι δι εξυπηρέτησιν του στόλου ή κλιμακίων του διπλωματικού σώματος εκ βαλκανικών χωρών. Τότε, έλεγα και εις μερικάς συμμαθητρίας μου να κάνουν μίαν περατζάδαν να ίδουν πόσα απίδια βάνει ο σάκκος. Βεβαίως επρόσεχα πολύ ποίας εκάλουν εις τον οίκον, μη τύχει και γίνει καμιά στραβή και το μάθει ο Γυμνασιάρχης ο κύριος Φούφωτος. Οι γονείς είχον μαύρα μεσάνυχτα και ήσαν πεπεισμένοι ότι εμελετούσα και ότι οι οφθαλμοί μου ήσαν βουλιαγμένοι από την πολλήν μελέτην και με παρεκάλουν να επισκεφθώ συντόμως τον οφθαλμίατρον, τον κύριον Πεσκέσην.

Ο κύριος Πεσκέσης ήτο τακτικός πελάτης του μπουρδέλου και μάλιστα προετίμα τας ιδικάς μου υπηρεσίας, ούτω του έθεσα το ζήτημα των οφθαλμών μου επί τάπητος και εδέχθη να με εξετάσει ένα απόγευμα όπου επήγα εις το ιατρείον του συνοδευομένη υπό της μητρός μου. Προς τιμήν του, δεν εδέχθη πεντάραν δια την εξέτασιν και η εμή μήτηρ είχε να λέγει πόσον ευγενής ήτο ο κύριος ούτος. Εδωσεν ένα κολλύριον, έγραψεν και την συχνότητα χρήσεώς αυτού και εφύγαμε δια το φαρμακείον του κυρίου Σαββατιανού, όστις ήτο επίσης πελάτης του οίκου και με ελιγουρεύετο όλως ιδιαιτέρως. Δεν ήτο δυνατόν βεβαίως να αρνηθεί να πληρωθεί διότι η μήτηρ μου θα εψυλλιάζετο οπωσδήποτε κάτι, δεν ήτο δα και εντελώς βλακεντία. Ούτω, κατά την αναχώρησίν μας, με εφώναξε ιδιαιτέρως ίνα μοι δώσει ωρισμένας εξηγήσεις δια το φάρμακον δήθεν, και μοι ενεχείρησεν δέκα δραχμάς -την αξίαν του κολλυρίου- κάτωθεν του πάγκου εργασίας του φαρμακοτρίφτου.

Είχον κάνει μίαν καλήν μπάζαν εις την Εθνικήν Τράπεζαν δια καλόν σκοπόν. Εσκεπτόμην να υπάγω εις Μασσαλίαν μετά την λήψιν του απολυτηρίου μου, όπου ήτο ο παράδεισος των μπουρδέλων κατά την εποχήν εκείνην, όπως έλεγεν κατ' επανάληψιν η μαντάμ. Θα το έκαμνε και η ιδία, αν δεν ήτο ερωτευμένη με τον κύριον Σκολοπέα τον μοίραρχον, ένα τεκνό μπουκιά και συχώριο λέμε. Ετών τριάκοντα ο κύριος μοίραρχος, μόνο μοίραρχος δεν ήταν. Ενας χωροφυλακίσκος της πεντάρας ήτο, αλλά η μαντάμ Φώφη του είχε ανεβάσει το βαθμό του ομού μετά της ψωλής του ήντινα ανεβοκατέβαζεν κατά βούλησιν εκάστην Τρίτην και Πέμπτην απόγευμα. Εις τον κύριον Σκολοπέαν οφείλεται το ναυάγιον του σχεδίου μου μέσω της αποκαλύψεως του τι ακριβώς συνέβαινε εντός του οίκου της μαντάμ Φώφης, ένεκα που ο κύριος μοίραρχος ήτο λίαν ζουλιάρης και μάλιστα εκρηκτικώς πως.

Η μαντάμ εφρόντιζε κατά τας επισκέψεις του κυρίου μοιράρχου να είναι ο οίκος απηλαγμένος ετέρων προσώπων ή, εις περίπτωσιν όπου ευρισκόμεθα εκεί, να είμεθα κεκλεισμένων των θυρών εντός των δωματίων μας και να μη βγάζουμε κιχ. Ελα όμως που έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και κατά την στιγμήν όπου έκρουε τον κώδωνα ο μεγαλοχασάπης ένα βραδάκι Παρασκευής του εκατέβηκε του κυρίου Σκολοπέα να έλθει ίνα προσκαλέσει την μαντάμ δι έξοδον εις τα μπουζούκια! Επέτυχε λοιπόν τον κύριον Κοσμάν να κτυπά την θύραν και η θύρα να ανοίγει και να ευρίσκεται προ υπερθεάματος υπερπαραγωγής αμερικανικού σινεμά εγχρώμου, τουτέστιν όλαι αι γυναίκες φόρα παρτίδα εξαπλωμέναι εις καναπέδες και πολυθρόνας με ανοικτούς πόδας και μερικαί εξ ημών εις το δάπεδον επί ταπήτων περσικών μεγάλης αξίας -η μαντάμ δεν εφείδετο πολυτελών αισθητικών παροχών προς τέρψιν των πελατών βεβαίως- διότι ανεμένετο ορδή αμερικανών ναυτών επί τη εισπλεύσει του στόλου.

Μας επέτυχεν το λοιπόν ο κύριος μοίραρχος ξώβυζες και γυμνόποδες να καπνίζουμε ναργιλέδες επί το ποιητικώτερον. Η φαντασία βλέπετε είναι κάτι λίαν σημαντικόν εις την εργασίαν ημών, το παραμύθι συμβάλλει τα μέγιστα εις την ταχείαν εκσπερμάτισιν και ημείς είχομεν να ξεπετάξωμεν εκείνην την ημέραν ικανόν αριθμόν πελατών. Η μουσική εν τω γραμμοφώνω έπαιζεν εις το διαπασών το "εγώ είμαι η νέα γυναίκα" και ημείς ως φουγάρα επιβεβαιώναμε τους στίχους περί του μοντέλου της νέας γυναίκας. Ο μεγαλοχασάπης ώρμηξεν προς το μέρος μου ίνα με οδηγήσει εν τω δωματίω μου του οποίου καλώς εγνώριζεν την θέσιν, αλλά ο κύριος Σκολοπέας τον εσταμάτησεν με την φωνήν του την βαθείαν και ελαφρώς ένρινον "Τι γίνεται δω μέσα μπρε!"

Ο κύριος μοίραρχος ουδεμίαν ιδέαν είχεν περί του οίκου, δεδομένου ότι η μαντάμ Φώφη είχεν εξορκίσει τον πραγματικόν μοίραρχον κύριον Βρακάκην, όστις ανενέωνεν και την άδειαν λειτουργίας του μπουρδέλου, ίνα μη αποκαλύψει λεπτομερείας εις ουδένα υφιστάμενόν του, ούτω ο μοίραρχος μαϊμού κυριος Σκολοπέας ευρίσκετο εις βαθύ σκότος, νομίζων ο πανύβλαξ ότι η μαντάμ ήτο μία αξιότιμος κυρία, ανωτέρας τάξεως και υπεράνω πάσης υποψίας. Μανία που την έχουν ωρισμένοι άνδρες να έλκονται από τάχα μου δήθεν σπουδαίες γυναίκες και αρνούνται να βρουν και να κουκουλωθούν καμιά γυναικούλα της σειράς τους! Τελοσπάντων, την κάτσαμε τη βάρκα εκείνη την ημέρα -απόγευμα ήτο- όπου εξαμπαρκάριζε ο στόλος και, ταξιδεύων με τον υπόγειον ηλεκτρικόν σιδηρόδρομον, θα αριβάριζε οσονούπω. Η μαντάμ ώρμηξεν προς την τηλεφωνικήν συσκευήν ίνα επικοινωνήσει μετά του αληθούς μοιράρχου να έλθει να μαζέψει τον υφιστάμενόν του, ο κύριος Σκολοπέας ώρμηξεν και ήρπαξεν την μαντάμ από τας τρίχας της κεφαλής της, άρτι φιλοτεχνηθείσας εις περίλαμπρον κόμμωσιν ένεκα οι ναύται, ημείς αι δευτεροκλασσάται πουτάναι οδυρόμεθα ομού και ολοφυρόμεθα μετ' αφθόνων ολολυγμών και δακρύων.

Την προσωρινήν λύσιν εις το πρόβλημα το οποίον ανεφύει εν ριπή οφθαλμού έδωσεν η κυρά Σοφία, ήτις εξεπρόβαλλεν από την κουζίναν όπου κατοικοέδρευε συνήθως, μόλις ήκουσεν τας κραυγάς απελπισίας της μαντάμ. Ως αιλουροειδές επλησίασεν τον κύριον Σκολοπέαν και τον ήρπασεν εκ του πέτου της στολής του λέγουσα προς έκπληξιν όλων ημών "ογλήγορα σπίτι τσογλάν μπουρέκ και μη σε ξαναδώ σε τέτοια μέρη!" και ο κύριος μοίραρχος εξαφνίσθη τοσούτον ώστε έμεινε κόκκαλο σύρων τα βήματα προς την έξοδον μετά κόπου, ωσάν κεραυνοβολημένος, ψελλίζων σιγανά "θα μου πεις τουλάχιστον τι συμβαίνει, ε". Τι είχεν συμβεί; Τι άλλον από το ότι η κυρά Σοφία ήτο η μήτηρ αυτού, ήτις έκανε τα στραβά μάτια δια την σχέσιν του υιού της με την πατρόνα ελπίζουσα να επανακτήσει την κυριότητα του μπουρδέλου εν ευθέτω χρόνω, μέσω ακριβώς αυτής της σχέσεως. Τι σου είναι η ζωή τελικώς!

Αμα τη αναχωρήσει του χωροφυλακίσκου, η μαντάμ έτρεξε να διορθώσει την κόμμωσίν της καθησυχάζουσα ημάς, καθώς και τον κύριον Κοσμάν, όστις ελαφρώς μουδιασμένος ηκολούθη την πορείαν μου προς το δωμάτιον ανόρεκτος, ανακτήσας όμως δυνάμεις μόλις ήκουσεν την μαντάμ να λέγει "σήμερα δωρεάν κύριε Κοσμά η πρώτη βολή, χρεώνεται μόνον η δευτέρα αν το βαστά η περδικούλα σας, έχομεν και κέρασμα ηδύποτον" και "συμφωνείς χρυσό μου, έτσι δεν είναι;" συνεπλήρωσεν απευθυνόμενη εις εμέ, και τι να κάμνω, συνεφώνησα. Εγνώριζα καλώς ότι ο μεγαλοχασάπης δεν θα με άφηνε παραπονούμενη -του εθύμιζα την ανεψιά του και με συνεπάθει σφόδρα. Αύτη ήτο και η τελευταία φορά που προσέφερα τας υπηρεσίας μου εις το μπουρδέλο της μαντάμ Φώφης. Μόλις έληξεν η συνεύρεσις μετά του κυρίου Κοσμά, με εκάλεσεν αύτη εις τα ενδότερα, δηλαδή εντός της μεγάλης πολυτελούς κρεββατοκάμαρής της, μοι ενεχείρησεν μικρόν τινα σάκκον εντός του οποίου υπήρχον μερικά κοσμήματα, δύο φορέματα μεταξωτά, τρία μεσοφόρια με τελείωμα μπιμπίλα, καθώς και έν δερμάτινον πορτοφόλιον εκ δέρματος όφεως χρώματος βαθέως πρασίνου, και με εσχόλασεν από την εργασίαν μου λες και έφταιγα εγώ δια την αθλίαν συμπεριφοράν του ερωμένου της. Τι σου είναι οι άνθρωποι! Σε τίποτα δεν τό'χουν να σε πετάξουν στο δρόμο.

Το τραύμα το οποίον έλαβεν η ψυχή μου από την αχαρακτήριστον συμπεριφοράν της μαντάμ Φώφης είχεν αντίκτυπον εις την διάθεσίν μου, έπεσα εις βαθείαν κατάθλιψιν σκεπτομένη την ματαίωσιν του ταξιδίου εις Μασσαλίαν και την εξεέλιξίν μου εις πουτάνα πολυτελείας με ιδιόκτητον οίκον εν τω εγγύς μέλλοντι. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ηναγκάσθην να συμβιβαστώ με τα τρέχοντα ισχύοντα και ήρχισα να μελετώ μετά πάθους, ούτως ώστε να αναπληρώσω τα κενά. Το ευτύχημα είναι ότι ο νους μου γίνεται ξουράφι όταν το θέλω, έτσι ετελείωσα με άριστα και διαγωγήν κοσμιωτάτην το όγδοον εξατάξιον Γυμνάσιον Κολιάτσου. Ημουν πλέον μία δεσποινίς ετών είκοσιν, δεδομένου ότι είχα μείνει στάσιμος δύο έτη λόγω επιπλοκής των αμυγδαλών μου, αλλά αυτή η ηλικία είναι η πλέον ώριμος ώστε να αποφασίζει ο άνθρωπος δια το μέλλον αυτού. Τα κοσμήματα, τα φορέματα και τα μεσοφόρια τα επώλησα εις μίαν καθηγήτριάν μου ελαφρώς ψωνάραν με τα είδη πολυτελείας, λέγουσα εις αυτήν μίαν πονεμένην ιστορίαν περί πτωχών συγγενών οίτινες ξεπουλούν το βιος τους λόγω ανεχείας, και το ποσόν κατέθεσα εις τον λογαριασμόν μου. Ημουν αρκετά πλουσία ως εικοσαετής απόφοιτος Γυμνασίου και ησθανόμην αρκετά δυνατή.

Εις την οικίαν μου ουδείς είχεν αντιληφθεί τι επαιζόταν τα δύο τελευταία χρόνια εις το χορόδραμα της κωμικοτραγικής μου ζωής, σχεδόν ούτε η αφεντιά μου το είχεν καταλάβει εις βάθος. Είχον την βεβαιότητα ότι ευρισκόμην εις την ορθήν οδόν της επιτυχίας, επειδή οι γονείς μου τα πάντα τα υπελόγιζαν με την χρηματικήν κλίμακα. Κατείχα ικανόν αριθμόν τραπεζογραμματίων, άρα ήμουν αρκετά πλουσία, άρα και αρκετά επιτυχημένη. Αυτό το οποίον καλείται "ηθική φθορά" δεν με είχεν εγγίσει ουδαμού, άλλωστε με το πρεσσάρισμα του αουτσάϊντερ, χάρις εις το οποίον επέτυχα την ηρωϊκήν μου έξοδον από τας βασικάς σπουδάς, είχον αποκτήσει και ένα λούστρο μορφώσεως επιπλέον. Εκείνην την εποχήν, το απολυτήριον του Γυμνασίου -Λυκείου λέγεται σήμερον- ήτο ικανόν ίνα κατακτήσει ένας νέος άνθρωπος μίαν θέσιν ικανώς αμοιβομένην εις τον δημόσιον ή τον ιδιωτικόν τομέα. Προετοίμησα τον δημόσιον, προς μεγάλην ευχαρίστησιν της εμής οικογενείας. Το υπουργείον Εσωτερικών προεκήρυξε θέσεις τινάς γραμματέων και δακτυλογράφων, εξητάσθην, επέτυχον και προσελήφθην κατά μήνα Απρίλιον -ολίγον προ του Πάσχα.

Σκέτο μπουρδέλο το Υπουργείον, ηυρέθην κολυμβώσα εις γνωστά ύδατα, πασίγνωστα μάλλον, διότι το ήμισυ τουλάχιστον των υπαλλήλων ετύγχανον παλαιοί μου πελάται, καθώς και η πλειονότης των επισκεπτών του Υπουργείου, όθεν εστί μεθερμηνευόμενον, ότι συνέχισα μετά πάσης ελευθερίας να εφαρμόζω την παροιμίαν "παλιά μου τέχνη κόσκινο" και να διάγω βίον ανέφελον και πολλά αγαθά αποφέροντα. Ζωή και κότα, οπού λέγουσιν, με μόνην διαφοράν ότι η κότα δεν ήμουν εγώ. Η κότα η μεγάλη ήταν ο κύριος Παρλαβούρας ο διευθυντής της Υπηρεσίας μου, συνοδευόμενος από πλείστα όσα κοτόπουλα -υπαλλήλους και επισκέπτας κυρίως- τα οποία εμαδούσα δια της μεθόδου την οποίαν εγνώριζα λίαν καλώς. Εγώ ήμουν, και εξακολουθώ να είμαι η Ζωή.

---------
ΣΗΜ. Γράφτηκε σήμερα -μονοκοντυλιά σε 3 ωρίτσες- λόγω αναγκαστικής αγρυπνίας. Οταν ξεκίνησα να γράφω, δεν είχα ιδέα πού θα καταλήξω, όπως συμβαίνει πάντα ως τώρα. Πλάκα δεν έχει;
__________________
μεταφέρθηκε από εδώ γιατί νομίζω ότι αυτή η θέση είναι πιο κατάλληλη.

14 Ιουν 2017

Στραγαλιάδα

Εχθές επείνασα πολύ κι έβγαλα αγάλι αγάλι
από την τσέπην την ζερβήν ένα μικρό στραγάλι
στραγάλι που εφύλαττα ως κόρην οφθαλμού
δια να μασήσω η έρημη εν μέσω του λιμού

Το πρόβλημα ήρξατο ευθύς όταν απεκαλύφθη
ότι το στράγαλον σκληρόν, όθεν και δεν ελήφθη…
Διότι καλόν είναι η τροφή που τρώγει ο πεινώντας
να μη του πέφτει ως πέλεκυς και θραύει τους οδόντας.

Allu Fun Marx:


Στραγάλι πόνο μού’δωκες και πόνο θα σου δώσω
τι σού’φταιξε ο οδόντας μου και τον εθραύεις τόσο;
Σαν τους προδότας στο γουδί, σε στέλνω δίχως άλλο
και στουμπισθέν και μαλακόν στο στόμα θα σε βάλω

rodia:

!!!!! ας αρχίσει λοιπον, η Στραγαλιάδα! Κάνε κάτι που είσαι ειδικός! :))

Σαν είδα το στραγάλι της, ο ήλιος εθαμπώθη,
η θάλασσα μελάνιασε κι η γης εσυρρικνώθη.
Αχ, νά’ταν οι αστράγαλοι των γυναικών στραγάλια
να τα μασούσα, μάτια μου, κι ας είχα δόντια χάλια!

(στιχοι παλαιων ανδρων, άρτι αφιχθεντες στο μυαλο μου)

Allu Fun Marx:

11 Ιουν 2017

Κροκοδείλων δάκρυα


Στης Βουλής τα σκαλοπάτια
κάθονται οι κροκοδείλοι
έχουν δακρυσμένα μάτια
και χαμόγελο στα χείλη

Φαίνονται καλοθρεμμένοι
αν και πάντα πεινασμένοι
Τρώνε, κόκκαλα τσακίζουν
κι ύστερα βαρειά δακρύζουν

Από την αυγή ως το δείλι
κλαίγονται οι κροκοδείλοι

Με μασέλες σιδερένιες
κλαίγοντας λιώνουνε κόσμο
και ξεβαρυστομαχιάζουν
μ' ένα φλυτζανάκι δυόσμο

Οπως έπεφτε το δείλι
φάνηκαν οι κροκοδείλοι
και με μάτια δακρυσμένα
καταβρόχθισαν και μένα!
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε στο φέησμπουκ στις 9 Ιουλίου 2014, ατάκα κιεπιτόπου

Καρυατιάδα - Επος ηρωϊκόν, διαρκώς ανασχηματιζόμενον

Καρυάτιδες με χάρη
αποπνέουσαι θυμάρι
μπήκαν μέσα στα μουσεία
με ορμή κι αυτοθυσία

Στο μουσείο του Λονδίνου
«εχω μια μα δεν στη δίνω»
λέει ο φύλακας στην πρώτη
και αρχίσανε οι κρότοι!

Μπαμ! εδω και μπαμ! πιο πέρα
εξεκίνησε η μέρα...
Τράβαγαν οι κοπελίτσες
να γεμίσουν τις βαλίτσες...

Γύρευαν την αδελφή των
στην Οξφόρδη και στο Ήτον
στην Οξφόρδη δεν τη βρήκαν
και το Ήτον θέλει προίκαν...

..τότε, η σιγή εθραύσθη..
«Φέρτε τον Καρυοθραύστη!»
είπε η πρώτη στεντορείως
κι έρευσεν ιδρώτας κρύος... 


(συνεχιζεται μέχρι να βαρεθω, βοηθήστε με σχόλια)
______________
ΣΗΜ. γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στο φέησμπουκ, στις 12 Ιουνίου 2014

4 Ιουν 2017

ο τοίχος



Είμ' ένας τοίχος
από άθραυστο γυαλί
ένας καθρέφτης,
που πονάει με όσα βλέπει
Τα όσα δεν πρέπει
και τα όσα πρέπει

με δυο τυφλές ματιές

***

Είμ' ένας τοίχος
απο πέτρα κι απο φως
ένα μαντράκι
ακατέργαστο ντουβάρι
η άσπρη μου χάρη
σα βιολιού δοξάρι

σκαλίζει τις πληγές

***

Είμ' ένας τοίχος
ξαπλωμένος στην αυλή
μια χούφτα πέτρες
που μιλούν με το χορτάρι
κερδίζω τα βάρη
στης ζωής το ζάρι

με τρεις λαβωματιές

__________________
ΣΗΜ. μεταφορά απο εδώ (γραφτηκε 20 Οκτ. 2006)

23 Μαΐ 2017

οι περιπέτειες του καρότου

Εκεί πέρα στο Κιότο
ζει ένα καρότο
μέσα σε ριζότο πρώτο!

μ’ ένα φίλο, το μπισκότο,
παίζουνε το Λόττο
κι όλο χάνουνε γαμώτο!


Έχουν ένα ωραίο μότο:
“αν βρωμά το χνώτο,
σκάσε ένα βαρελότο”!

Μαγειρεύουν περγαμότο
παίζοντας φαγκότο
με το Ζακ, τον καμαρότο!

Κάποιος έβαλε μπουρλότο...
Τίγκα στο τσιρότο
φύγαν όλοι τους προς Νότο...
________________________
ΣΗΜ. γράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου πριν από λίγα λεπτά στο facebook

1 Μαΐ 2017

ο μέσα δρόμος

το προσκλητήριο των νεκρών
του μέσα δρόμου
ηχεί παράξενα στ’ αφτιά
του νοσοκόμου

κρατά μια πάπια με σκατά
μα πέφτει κάτου
αντισταθμίζοντας τον ήχο*
του θανάτου

νεκροί περνούν καμαρωτοί
χιλιάδες ίσκιοι
κι ο νοσοκόμος τους ξορκίζει
με ουίσκι

(πώς μου ήρθε τούτο μου λες..?)
___________________
ΣΗΜ. σχόλιο (27 Ιαν. 2007) στο ποστ του χαρτοπόντικα 
* (αντί "τον ήχο", "τη φρίκη")

25 Απρ 2017

το κασελάκι του εγγλέζου


Το Μαριγώ του Διατσέντη ήτονε κάπως χαζοπούλι, αν και δεν είναι σίγουρο τι έχει κανείς στο τσερβέλο του. Οταν απόθανε ο Διατσέντης (Υάκινθος νομίζω βαφτισμένος) το Μαριγώ επήε να ζήσει στο καλυβάκι όξου στα χωράφια, επειδή το σπίτι τση έφερνε λύπη.
Το Μαριγώ, το λοιπόν, εξύπνησε μιαν ημέρα και είπε να σκαλίσει το χώμα και να φυτέψει πομοντόρα και μωρόπουλα νάχει τη σαλατίτσα τση να δροσίζεται κομμάτι. Επήρε το σκαλιστηράκι κι αρχίνησε να σκάβει, όχι και πολύ βαθειά, κι εκεί όπου έσκαβε εφανερώθη ένα κασελάκι ξύλινο. Τό ειδε το Μαριγώ κι έθαξε κι εφώναξε τσου γειτόνους κι εκείνοι εφωνάξανε το γραμματικό κι εκειός εφώναξε την αστενομία και μαζωχτήκαν ούλοι απάνω απού το κασελάκι κι επεριμένανε τι θα γένει κι ανοίξανε το κασελάκι ο σιδεράς κι οι δυο του παραγιοί, γιατί είχενε καδινάτσους και κλειδαριές σκουριασμένες.
Οντις άνοιξε, οι αθρώποι οπού 'τανε συναγμένοι πάνωθέ του, είχανε την τύχη να ιδούνε ένα θάμα: το κασελάκι ήτονε γεμάτο υποκάμισα γυαλιστερά σε ωραίους απαλούς χρωματισμούς, με τα πιετάκια τσου, τα κουμπάκια τσου, διπλωμένα προσεχτικά, εφαινόντουσαν και καλοσιδερωμένα. Η εικόνα ετούτη όμως, δεν εκράτησε πολύ, σε δυο τρία λεπτά τα υποκάμισα γίναν αέρας και σκόνη γκρίζα και στο κασελάκι απομείνανε ολίγα νομίσματα, κι αυτά σκουριασμένα.
Ο γραμματικός απεφάνθη πως το κασελάκι θα ήτονε καποιανού εγγλέζου, τα νομίσματα ήτον εγγλέζικα, μάτια μου, και δεν είχανε καμμιάν αξία και πως αν ήθελε το Μαριγώ ημπόριε να τα δωρίσει στο χωριό να τα βάλουνε σε έκθεση, αλλά εκείνη ηθέλησε να τα κρατήσει κι έτσι εγίνηκε.
Οταν εφύανε ούλοι κι απόμεινε η κοπέλα μοναχή τση, εμπήκε στο καλυβάκι νταγκανίζοντας τα κέρματα στην τσέπη τση. Ενοιωθε πολύ πλουσία, γλέπεις, και όχι μονάχα για τα νομίσματα οπού αξία δεν είχαν, όπως είχε πει κι ο γραμματικός, αλλά για τον κόσμο οπού είχε μαζωχτεί στο φτωχικό τση.
_________________________
ΣΗΜ. την ιστορία αυτή μου την είχε διηγηθεί η γιαγιά μου η κοντέσσα η κεφαλονίτισσα, που ήταν παρούσα και είχε δει το θαύμα επτάχρονο κοριτσάκι.

19 Απρ 2017

Oι Κατερίνες και το ψάρι

Ηταν μια Κατερίνα που δούλευε στο φούρνο και ήταν πεντάμορφη, έσφυζε από νιάτα και υγεία, ένα τσακ νά 'κανες πάνω στο δέρμα της το κάτασπρο και τεντωμένο και δροσερό και λες πως, αν το άγγιζες, δε θα χρειαζόταν να ξαναπιείς σε όλη τη ζωή σου. Είχε κόκκινα μαλλιά μακριά που πετούσαν ελεύθερα ένα γύρω και σάρωναν ξαφνικά τον αέρα, όταν άλλαζε κατεύθυνση στο πρασινόγκριζο βλέμμα της.

Τη γνώρισα όταν πήγα για ψήσιμο το ψάρι. Ενα ψάρι στρουμπουλό κι ασημένιο, τυλιγμένο σε λαδόκολλα κι αλουμινόχαρτο, να ψηθεί στο φούρνο της γειτονιάς για να μη μυρίσει το σπίτι ψαρίλα. Κάθε που πήγαινα στο φούρνο, η Κατερίνα λες και με περνούσε από ρεκτιφιέ. Το κέφι μου έφτιαχνε στο πιτς φιτίλι, το γέλιο της σαν νά 'ταν κολλητικό. Το ίδιο θα σκεφτόταν κάθε άντρας στην ηλικία μου, αλλά αυτό δεν είχε περάσει από το νου μου -τότε. Ηταν στα είκοσί της και 'γώ στα εικοσπέντε μου, άρτι απολυθείς του στρατεύματος και άνευ σταθερής εργασίας, θα κάναμε το τέλειο ζευγάρι λέμε, αν δεν την πλεύριζε ο μηχανικάκιας της απέναντι υπόγας, ένας μπαρμπούλης ψαρομάλλης γύρω στα σαράντα κάτι. Αυτός της φούσκωσε τα μυαλά και η Κατερίνα, αχ, γράφτηκε σε μια δραματική σχολή της πλάκας να γίνει ηθοποιός του θεάτρου.

Κάθε που σχόλαγε απο την οχτάωρη ορθοστασία του φούρνου και πριν πάει στη Σχολή, πέρναγε από το γραφειάκι του τυπά να δανειστεί βιβλία λογοτεχνικά να καλλιεργήσει το πνεύμα της και, βάζω στοίχημα, ότι ο μπάρμπας όλο και κάτι θα σούφρωνε από το καλλιεργημένο της κορμάκι. Τι κορμάκι δηλαδή, κορμάρα ήταν η Κατερίνα, ζουμερή κορμάρα με τέλειες αναλογίες λέμε. Μεταξύ μας, έσκασα που δεν πρόλαβα να παίξω τον κηπουρό σε αυτό τον Παράδεισο και να κατοικήσω μέσα του δια βίου, που λένε, αλλά έτσι είναι με τους νέους κι άβγαλτους άντρες. Διστάζουμε, να πάρει!

Πέρασαν κάτι χρόνια και τη συνάντησα στο δρόμο, κοντά στο καινούργιο μου σπίτι. Σουρωμένο το πρόσωπο, τα μαλλιά κατσιασμένα, τα μάτια ανήσυχα να παίζουν πέρα δώθε, το κορμί μαραγκιασμένο αλλά λεπτό -τάχα μου, τι λεπτό, πετσί και κόκκαλο-, οι κινήσεις της αγχωμένες, της είπα πως γράφω στην εφημερίδα, με ρώτησε αν γνωρίζω συγγραφείς, της είπα πως όλο και κάτι γίνεται, μου έδωσε το τηλέφωνό της αν ακούσω για κάνα θεατρικό ή κάνα βίντεο, είπα πως θά 'χω το νου μου, με ευχαρίστησε και χωρίσαμε. Γύρισα να την ξανακοιτάξω, να μαντέψω πού να είχε πάει εκείνο το γάργαρο σαν καταρράχτης γέλιο της, μπορεί και νά 'χε χαθεί κάτω από τα βήματά της που έσκαφταν την άσφαλτο όπως έτρεχε να διασχίσει το δρόμο.

Πάνω από δεκαπέντε χρόνια είναι που μετακόμισα στη γειτονιά όπου κατοικώ τώρα και μόλις σήμερα πρόσεξα την Κατερίνα που δουλεύει στο φούρνο της πλατείας. Κοντούλα και ζουμερή, τριανταπέντε πάνω κάτω, κοκκινωπό μαλλί με ανταύγειες, φωνή μπάσα κι ένα γέλιο θεϊκό, με εξυπηρέτησε πρόθυμα αν και είχε τελειώσει το αγιορείτικο καρβελάκι που ψωνίζω συνήθως, ένεκα η ώρα. «Αργήσατε πάλι» μου είπε, «να σας φυλάξω γι αύριο;» ρώτησε στο καπάκι, την παρακάλεσα να μου φυλάξει, έγραψε τ' όνομά μου σ' ένα χαρτάκι και το κόλλησε στην ταμειακή μηχανή, τη ρώτησα αν ψήνουν ψάρι στο χαρτί, με διαβεβαίωσε πως ναι, αλλά να το πάω γύρω στις έντεκα που θά 'χει πάψει να βγαίνει ψωμί, είπα ότι θα το φροντίσω και γύρισα σπίτι.

Σαράντα κάτι εγώ, λογάριασα με το νου μου, σταθερή δουλειά έχω για την ώρα, αλλά και να τη χάσω δεν τρέχει τίποτα θα βρω άλλη, Κατερίνα όμως έχω καιρό να ξαναβρώ άραγε; Πετάχτηκα στα γρήγορα χωρίς να το πολυσκεφτώ, έτρεξα στην πλατεία, μπήκα στο φούρνο, η Κατερίνα δεν ήταν στο πόστο της, τη ζήτησα, «μόλις έφυγε, θα την προλάβετε στη στάση» μου είπαν, την πρόλαβα, την πήρα για ένα καφέ στο κοντινό μπαράκι, τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε, παντρευόμαστε, πετάω πετάω πετάω!!!

-------------
ΣΗΜ. Η ιστορία ατάκα κι επιτόπου, ανέβηκε στις 8-3-2007 από τη Rodia στο ΦιλοξενείοΦιλοξενείο
------------
Σχόλια: 
anonymous_bythelake said...
Άντε και καλούς απογόνους.
8 Μαρτίου 2007 - 12:25 π.μ.
 A.F.Marx said...
Πάνος Τούντας said:

Όταν περνώ για να σε ιδώ
αχ πώς με βασανίζεις
έχεις κεφτέδες στη φωτιά
αχ, Κατερίνα μου γλυκιά
και γλυκοτηγανίζεις

Αμάν Κατερίνα μου
κούζουμ Κατερίνα μου
τα παραπονάκια μου θέλω να στα πω
μάτια σαν τα κάστανα
μ' έβαλαν στα βάσανα
κι όλο από την πόρτα σου θέλω να περνώ
8 Μαρτίου 2007 - 10:32 π.μ.
 
Filoxeneio said...
Και η Αλίκη άδει: Βγαίνει η Κατερίνα τσάρκα στην Αθήνα :)
Ροδιά μου καλώς μας ήρθες ..
8 Μαρτίου 2007 - 11:45 π.μ.
 
Αλεπού said...
Κατερίνα, κατερινάκι
είσαι της ζωής τ' αεράκι
που έλεγε κι ένα παλιό τραγουδάκι.

Ωραίο άνεμο φύσηξες Ροδιά με την ιστορία σου, ανοιξιάτικο!
8 Μαρτίου 2007 - 12:33 μ.μ.
 
Olyf said...
....κι άμα σε ρωτάνε πετάει τό ψάρι; πετάει πετάει νά λες..λαχτάρα και σήμερα rodia μας :)
8 Μαρτίου 2007 - 12:37 μ.μ.
 
mpampakis said...
Πω-πω-πω, μύρισε φρεσκοψημένο ψωμί εδώ μέσα! :^)

(είναι όμως κάποια επαγγέλματα που είναι ξεδιάντροπα και δροσερά σέξυ, σωστά;)
8 Μαρτίου 2007 - 12:39 μ.μ.
 
dimitris-r said...
Ωραία!
Είχαμ' "ένα ψάρι στρουμπουλό κι ασημένιο", έναν που "στάθηκε αναποφάσιστος στη σωστή την ώρα", και μια Κατερίνα που το "δέρμα της το κάτασπρο και τεντωμένο και δροσερό (δεν δόθηκε σε διστακτικούς)...νέους κι άβγαλτους άντρες".
Και τί παίρνουμε στο χέρι; μια "κοντούλα και ζουμερή" (ένα ψάρι;), "τριανταπέντε πάνω κάτω, κοκκινωπό μαλλί με ανταύγειες"
Κι έτσι ο "κατερινάκιας" ο ...ψεκάστε, σκουπίστε, τυλήχτε τη φουρναροπούλα στο λαδόχαρτο... τύπος, απέδειξε κι ας ήταν και χωρίς να το πολυσκεφτεί πως "κάλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει".

Τσιπούρα μάλλον το πρώτο ψάρι, το δεύτερο δεν προέκυψε. Μας κρύψατε και τη συνταγή...
Απολαύσαμε όμως ένα κείμενο, που μοσχομύρησε ως εδώ κάτω στα μέρη μας, τα παράλια, μ' όλα του τα λαδολέμονα και τις φρεσκοτριμένες ρίγανες.
8 Μαρτίου 2007 - 5:30 μ.μ.
 
Στέφανος said...
Γειτονιά μύρισε και απλότητα.
Δουλειά ανθρώπινη και μεγαλωσύνη.

μας τύλιξες σε μιά (λαδό) κόλα χαρτί και μας έψησες σαν ψάρι σε χείλια :-)
Και μοσχομύρισε η γειτονιά!

Μαυρόασπρη παλιά Ελληνική ταινία μου θύμισε

Ευχαριστούμε
8 Μαρτίου 2007 - 6:45 μ.μ.
 
Χαρτοπόντικας said...
Τελικά ψάρι του έψησε;;;
9 Μαρτίου 2007 - 7:58 π.μ.
 
Rodia said...
Καλημέρα παιδιά!:-)
Ευχαριστώ που μπήκατε στον κόπο να σχολιάσετε την ιστοριούλα μου. Ταλαντεύτηκα μεταξύ μιας ιστορίας γκραν γκινιόλ -ξέρετε, αίματα, παράδοξο, κλπ- και μιας ιστορίας καθημερινής, σαν αυτές που σκαρώνει η ζωή. Είναι συρραφή τριών ιστοριών και μερικές φράσεις είναι απολύτως αληθινές. Οι Κατερίνες υπάρχουν, το ψάρι υπάρχει, η δραματική σχολή υπάρχει. Αυτό που πρόσθεσα είναι ο συνδετικός κρίκος, ο αφηγητής δηλαδή.
Γνωρίζω πως είναι μια βιαστική αφήγηση, αλλά δεν ήθελα να της δώσω μεγαλύτερη έκταση -την αντιμετώπισα ως δείγμα γραφής κι αν δεν βγήκε το καλύτερο, ε, δεν πάμε για το Νόμπελ!
Χαίρομαι που έδωσε μυρωδιές και άνοιξη, το μόνο που ήθελα κατά βάθος είναι να δώσω ένα σήμα στα μοναχικά παληκάρια μας, ότι η ζωή είναι ανοιχτή για τους τολμηρούς -παντού!!!

:-)) σμουτς! σε όλους

(να επανέλθω για αναλυτικές απαντήσεις ως είθισται?)

..αν έγραφα σήμερα, θα έγραφα ένα ποιηματάκι..
9 Μαρτίου 2007 - 11:11 π.μ. 
 
aeipote said...
Άψογο και. . . Κατερινάτο
[Ας πάει και το παλιόψαρο!]

Καλό Βράδυ.
12 Μαρτίου 2007 - 8:36 μ.μ.